Αυτό το υποκατάστατο ζάχαρης είναι «φιλικό» με το ήπαρ

Αυτό το υποκατάστατο ζάχαρης είναι «φιλικό» με το ήπαρ

Αυτό το υποκατάστατο ζάχαρης είναι «φιλικό» με το ήπαρ

 

Μια νέα υπό εξέλιξη μελέτη έφερε σημαντικά και ελπιδοφόρα στοιχεία για τη συμβολή ενός συγκεκριμένου υποκατάστατου ζάχαρης στην καλύτερη ηπατική υγεία

Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η υψηλή κατανάλωση σακχάρων συνδέεται με την εμφάνιση παχυσαρκίας και λιπώδους διήθησης του ήπατος. Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, το 19% των παιδιών πάσχει από παχυσαρκία. Ειδικότερα, ένα στα δέκα παιδιά νοσεί από μια σχετιζόμενη πάθηση, τη μη αλκοολική λιπώδη νόσο, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κίρρωση και καρκίνο του ήπατος.

Μια λύση έχουν αποτελέσει τα φυσικά ή συνθετικά υποκατάστατα ζάχαρης, χωρίς όμως να έχει επισταμένως μελετηθεί η επίδρασή τους στην υγεία του ήπατος. Μια νέα υπό εξέλιξη μελέτη με επικεφαλής τον Rohit Kohli, MBBS, MS, η οποία δημοσιεύτηκε στο Scientific Reports, ανέφερε σημαντικά και ελπιδοφόρα στοιχεία σχετικά με το ήπαρ, τη λιπώδη ηπατική νόσο και την κατανάλωση στέβιας, ενός βασικού υποκατάστατου ζάχαρης.

Διαβάστε Επίσης  Τρεις τροφές που διεγείρουν το μυαλό σε χρόνο dt

Χρησιμοποιώντας ένα προκλινικό μοντέλο, ο Δρ. Kohli εξέτασε δύο μη θερμιδικές και ευρέως χρησιμοποιούμενες γλυκαντικές ουσίες, τη σουκραλόζη και τη στέβια, οι οποίες συναντώνται σε πολλά τρόφιμα και ποτά. Τα συγκεκριμένα υποκατάστατα ζάχαρης επιλέχθηκαν ως λιγότερο μελετημένα για τη σχέση τους με την ηπατική νόσο και την παχυσαρκία.

Τα αρχικά ευρήματα από τη σύγκριση των γλυκαντικών με τη ζάχαρη ήταν εντυπωσιακά. Σύμφωνα με τον Δρ. Kohli, η στέβια φάνηκε να μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης με παράλληλη βελτίωση στους δείκτες της λιπώδους ηπατικής νόσου. Στους δείκτες περιλαμβάνονται τα επίπεδα ίνωσης και λίπους στο ήπαρ.

Διαβάστε Επίσης  «Ασπίδα» για την υγεία μία χούφτα ξηροί καρποί την ημέρα

Η μελέτη αποκάλυψε επίσης μερικούς πιθανούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να είναι υπεύθυνοι για την αναστροφή αυτών των δεικτών. Όπως σημείωσε ο ερευνητής, παρατηρήθηκε μείωση στα σημάδια του κυτταρικού στρες και κάποιες αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου, ενώ πρόσθεσε πως περαιτέρω έρευνα κρίνεται αναγκαία.

 

πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *